Η εμπορική συμφωνία μεταξύ ΕΕ – MERCOSUR αποτελεί μία από τις σημαντικότερες και πιο αμφιλεγόμενες διεθνείς συμφωνίες των τελευταίων ετών. Παρουσιάζεται ως εργαλείο ανάπτυξης και ενίσχυσης του παγκόσμιου εμπορίου, όμως για τον αγροτικό κόσμο της Ευρώπης και ιδιαίτερα για την Ελλάδα, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον της παραγωγής, του εισοδήματος και της ίδιας της υπαίθρου.
Η MERCOSUR είναι μια οικονομική ένωση χωρών της Νότιας Αμερικής (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη) με τεράστια αγροτική παραγωγή και χαμηλό κόστος.
Η συμφωνία MERCOSUR με την Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει, μεταξύ άλλων:
- μείωση ή κατάργηση δασμών
- ευκολότερη εισαγωγή αγροτικών προϊόντων στην Ευρώπη
- άνοιγμα των αγορών της Νότιας Αμερικής σε ευρωπαϊκά βιομηχανικά προϊόντα
Στην πράξη, αυτό σημαίνει περισσότερα και φθηνότερα αγροτικά προϊόντα από τη Νότια Αμερική στην ευρωπαϊκή αγορά.
Για την Ευρώπη, η συμφωνία δημιουργεί μια έντονη αντίφαση πολιτικής.
Από τη μία πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτεί από τους αγρότες:
- αυστηρή τήρηση περιβαλλοντικών κανόνων
- μείωση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων
- αυξημένο κόστος συμμόρφωσης στο πλαίσιο της Πράσινης Συμφωνίας
Από την άλλη πλευρά, επιτρέπει εισαγωγές από χώρες που:
- χρησιμοποιούν πρακτικές απαγορευμένες στην ΕΕ
- έχουν χαμηλότερα εργασιακά και περιβαλλοντικά στάνταρ
- παράγουν σε τεράστιες εκτάσεις με πολύ μικρό κόστος
Το αποτέλεσμα είναι ανταγωνισμός με άνισους όρους. Οι ευρωπαϊκές αγροτικές εκμεταλλεύσεις, ιδιαίτερα οι μικρές και μεσαίες, δυσκολεύονται να επιβιώσουν όταν καλούνται να ανταγωνιστούν φθηνά εισαγόμενα προϊόντα.
Πίεση στο αγροτικό εισόδημα
Η αυξημένη παρουσία φθηνών εισαγωγών οδηγεί:
- σε πτώση τιμών παραγωγού
- σε δυσκολία διάθεσης της εγχώριας παραγωγής
- σε μεγαλύτερη εξάρτηση από επιδοτήσεις
Για πολλές αγροτικές περιοχές της Ευρώπης, αυτό μεταφράζεται σε εγκατάλειψη της γης, δημογραφική συρρίκνωση και απώλεια παραγωγικής βάσης.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα η συμφωνία Mercosur
Για την Ελλάδα, η συμφωνία ΕΕ – MERCOSUR έχει ακόμα πιο αρνητικό αποτύπωμα. Καθώς η ελληνική γεωργία:
- δεν βασίζεται στη μαζική, χαμηλού κόστους παραγωγή
- αποτελείται κυρίως από μικρές και οικογενειακές εκμεταλλεύσεις
- έχει ήδη υψηλό κόστος ενέργειας και ζωοτροφών
Η χώρα μας δεν έχει ουσιαστικά να κερδίσει από το άνοιγμα αυτών των αγορών αλλά, δέχεται πίεση από φθηνό εισαγόμενο κρέας, βλέπει τις τιμές να συμπιέζονται και αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο εγκατάλειψης της κτηνοτροφίας. Ιδιαίτερα η ελληνική κτηνοτροφία, που ήδη βρίσκεται σε οριακή κατάσταση, απειλείται άμεσα από την αύξηση εισαγωγών βοδινού και πουλερικών.
Οι δυνατότητες είναι περιορισμένες αλλά υπαρκτές. Η Ελλάδα μπορεί να σταθεί μόνο στην ποιότητα, στην τοπική ταυτότητα και στα προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ. Δεν μπορεί να ανταγωνιστεί στο κόστος. Μπορεί όμως να επιβιώσει στο ποιοτικό και διαφοροποιημένο προϊόν, εφόσον υπάρξει εθνική στρατηγική και ουσιαστική στήριξη.
Η συμφωνία ΕΕ – MERCOSUR μπορεί να ενισχύει το διεθνές εμπόριο, όμως για τον αγροτικό κόσμο:
- αυξάνει την ανασφάλεια
- πιέζει το εισόδημα
- εντείνει τις ανισότητες
- ευνοεί κυρίως μεγάλους εμπορικούς και βιομηχανικούς ομίλους
Χωρίς ουσιαστικές δικλείδες προστασίας και ίδιους κανόνες για όλους, η συμφωνία MERCOSUR κινδυνεύει να μετατραπεί σε σοβαρό πλήγμα για την ευρωπαϊκή και την ελληνική αγροτική παραγωγή. Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο, ή επένδυση στην ποιότητα και στην ταυτότητα ή σταδιακή υποχώρηση της αγροτικής παραγωγής σε ένα περιβάλλον σκληρού και άνισου ανταγωνισμού.
Το «πάγωμα» από το Ευρωκοινοβούλιο
Σε ψηφοφορία που κρίθηκε οριακά, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πάγωσε την πορεία της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ΕΕ και Mercosur. Με 334 ψήφους υπέρ, 324 κατά και 10 αποχές, οι ευρωβουλευτές αποφάσισαν να στείλουν το σχέδιο στο Δικαστήριο της ΕΕ για έλεγχο της νομιμότητάς του. Η εξέλιξη αυτή, που σημειώθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2026, βάζει φρένο σε μια συμφωνία χρόνιων διαπραγματεύσεων και εντείνει τις εντάσεις μεταξύ υποστηρικτών και αντιτιθέμενων.
Η συμφωνία MERCOSUR δεν έχει τεθεί σε ισχύ. Παρότι έχει ολοκληρωθεί σε επίπεδο διαπραγματεύσεων και έχει υπογραφεί πολιτικά, δεν εφαρμόζεται, καθώς δεν έχει λάβει την τελική θεσμική έγκριση που απαιτείται. Στην πράξη, η συμφωνία βρίσκεται σε κατάσταση «παγώματος», όχι επειδή απορρίφθηκε οριστικά, αλλά επειδή έχει μπλοκάρει σε θεσμικό και πολιτικό επίπεδο.
Μέχρι σήμερα, η συμφωνία έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να εφαρμοστεί. Για να τεθεί σε ισχύ απαιτείται και η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εκεί ακριβώς προέκυψε το μπλοκάρισμα, καθώς το Ευρωκοινοβούλιο δεν έδωσε τελική έγκριση, αλλά επέλεξε να αναστείλει τη διαδικασία.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν απέρριψε ευθέως τη συμφωνία, αλλά αμφισβήτησε τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήθηκε να εγκριθεί. Συγκεκριμένα, διαφώνησε με τη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι πρόκειται για μια καθαρά εμπορική συμφωνία. Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, η συμφωνία επηρεάζει κρίσιμους τομείς, όπως η γεωργία, το περιβάλλον και η κλιματική πολιτική, και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί απλή εμπορική πράξη.

Λόγω αυτής της διαφωνίας, το Ευρωκοινοβούλιο αποφάσισε να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει αν η συμφωνία είναι ωφέλιμη ή επιζήμια για τους αγρότες. Εξετάζει αν είναι νομικά ορθό να χαρακτηριστεί ως «αμιγώς εμπορική» ή αν πρόκειται για «μικτή συμφωνία», που επηρεάζει και άλλες πολιτικές της ΕΕ.
Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνία είναι αμιγώς εμπορική, τότε αρκεί η έγκριση από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και η συμφωνία μπορεί να προχωρήσει σχετικά γρήγορα. Αν όμως κριθεί «μικτή», τότε απαιτείται έγκριση και από τα εθνικά κοινοβούλια όλων των κρατών-μελών. Σε αυτή την περίπτωση, κάθε χώρα θα έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει τη συμφωνία, κάτι που αλλάζει ριζικά τις ισορροπίες.
Η παραπομπή στο Δικαστήριο έχει ως αποτέλεσμα η διαδικασία να σταματήσει προσωρινά. Μέχρι να εκδοθεί απόφαση –κάτι που μπορεί να πάρει πολλούς μήνες ή και πάνω από έναν χρόνο– η συμφωνία δεν μπορεί να προχωρήσει. Πολιτικά, αυτό λειτουργεί ως «φρένο», ειδικά σε μια περίοδο έντονων αγροτικών κινητοποιήσεων σε όλη την Ευρώπη.
Η συμφωνία ΕΕ – MERCOSUR δεν έχει περάσει, αλλά ούτε έχει απορριφθεί. Βρίσκεται σε θεσμικό «πάγο», με το τελικό αποτέλεσμα να εξαρτάται από την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τον αγροτικό κόσμο, αυτή η εξέλιξη είναι καθοριστική, καθώς θα κρίνει αν η συμφωνία μπορεί να εφαρμοστεί γρήγορα ή αν θα ανοίξει ο δρόμος για μπλοκάρισμα και επαναδιαπραγμάτευση.







